news blog logo
news menu leftnews menu right
top news photography 14o Πανελλήνιο Συνέδριο Φυσικής Αγωγής

Η Πανελλήνια Ένωση Πτυχιούχων Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού (Π.Ε.Π.Φ.Α) διοργανώνει την 27, 28 και 29 Ιανουαρίου 2012 το 14ο Πανελλήνιο Συνέδριο  Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού, στη Λάρισα, με κεντρικό θέμα: «Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΦΥΣΙΚΗ ΑΓΩΓΗ,ΤΟΝ ΣΧΟΛΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟ» Το Συνέδριο περιλαμβάνει: Ειδικές εισηγήσεις, Στρογγυλές Τράπεζες, προφορικές επιστημονικές ανακοινώσεις, poster, ολοκληρωμένες (full paper) και εξειδικευμένα σεμινάρια. Οι θεματικές ενότητες και τα εξειδικευμένα σεμινάρια του 14ου Πανελληνίου Συνεδρίου
  1. Η φυσική αγωγή σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.
  2. Προτάσεις για τη δημιουργία του πρότυπου αθλητικού σχολείου
  3. Σχολικά πρωταθλήματα  
  4. Η μετεξέλιξη των Γραφείων Φυσικής Αγωγής
  5. Σεμινάριο Ελληνικών Παραδοσιακών Χορών.
  6. Αθλητικές Ομοσπονδίες: η καρδιά του Ελληνικού Αθλητισμού. Προτάσεις για τη λειτουργία και βιώσιμη ανάπτυξή τους.
  7. Θέματα μαζικής άθλησης, ιδιωτικών και δημόσιων γυμναστηρίων
  8. Σεμινάριο Ελληνικών Παραδοσιακών Χορών
  9. Σεμινάριο αποκατάστασης αθλητικών κακώσεων και περιδέσεις
  10. Περισσότερα...
Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Αίτηση Συμμετοχής

deltio14_s
14

Video ΠΕΠΦΑ

ΠΕΠΦΑ Newsletter


Receive HTML?

Επισκέπτες

Έχουμε 2 επισκέπτες συνδεδεμένους
Αρχική Επιστημονικό Περιοδικό Η κατεύθυνση της γρήγορης εξωτερικής ανατροφοδότησης στη διδασκαλία σύνθετων δεξιοτήτων

Η κατεύθυνση της γρήγορης εξωτερικής ανατροφοδότησης στη διδασκαλία σύνθετων δεξιοτήτων

Η ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΤΗΣ ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΝΑΤΡΟΦΟΔΟΤΗΣΗΣ, ΣΤΗΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΣΥΝΘΕΤΩΝ ΔΕΞΙΟΤΗΤΩΝ, ΣΕ ΠΑΙΔΙΑ ΠΡΩΙΜΗΣ ΕΦΗΒΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ (11-14 ΧΡ.).
Χειμωνίδης Ευριπίδης
63200 Ν. Μουδανιά / Χαλκιδικής
Διεύθυνση για αλληλογραφία:
Χειμωνίδης Ευριπίδης, Θεσσαλονίκης 57, 63200 Ν. Μουδανιά / Χαλκιδικής
Τηλ. 2373021557, e- mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.
Περίληψη
Σκοπός λοιπόν αυτής της εργασίας είναι η διερεύνηση της σπουδαιότητας, του τρόπου, και της κατεύθυνσης της γρήγορη εξωτερική ανατροφοδότηση, για την αποτελεσματικότερη διδασκαλία συνθέτων δεξιοτήτων, σε παιδιά πρώιμης εφηβικής ηλικίας. Το δείγμα αποτέλεσαν 15 αγόρια και 10 κορίτσια ηλικίας 11-14 χρ. (μ.ο. 13,2 χρ.). Η δοκιμασία περιελάμβανε εκτέλεση 40 σουτ από δεξιά και αριστερά της γραμμής των ελευθέρων βολών, χωρισμένα σε τέσσερις δεκάδες. Ακολούθως δημιουργήθηκαν 5 ομάδες των 5 ατόμων. Το πρωτόκολλό εκγύμνασης ήταν κοινό, εφαρμόσθηκε για 10 εβδομάδες με συχνότητα 2-3 φορές την εβδομάδα και περιελάμβανε 20-30min ασκήσεις σουτ. Σε κάθε ομάδα δόθηκε διαφορετικό είδος πληροφόρησης. Στην 1η & 2η ομάδα δόθηκε πληροφόρηση επί της απόδοσης, όμως στη 2η χρησιμοποιήθηκε μια ελαφρύτερη μπάλα, από αυτές που χρησιμοποιήθηκαν στις άλλες ομάδες. Στην 3η ομάδα δόθηκε πληροφόρηση επί του αποτελέσματος. Στην 4η ομάδα δε δόθηκε καμία πληροφόρηση. Στην 5η ομάδα δόθηκαν οδηγίες για τον τρόπο που θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί καλλίτερα ο ασκούμενος την αυτοπληροφόρηση. Το επίπεδο σημαντικότητας ορίσθηκε στο α=0,01. Τα αποτελέσματα έδειξαν βελτίωση της ευστοχίας του σουτ και στις πέντε ομάδες. Η βελτίωση που παρουσίασαν οι ομάδες 1η & 2η ήταν στατιστικά σημαντική. Επίσης η 2η ομάδα παρουσίασε μεγαλύτερη βελτίωση από την 1η. Συμπερασματικά η έρευνα έδειξε την αποτελεσματικότητα της ανατροφοδότησης της απόδοσης, έναντι της ανατροφοδότηση του αποτελέσματος, σε παιδιά πρώιμης εφηβικής ηλικίας. Οι πληροφορίες επίσης θα πρέπει να κατευθύνονται στα χωροχρονικά, παρά στα δυναμικά χαρακτηριστικά της κίνησης.
Λέξεις κλειδιά: Γρήγορη ανατροφοδότηση, Διδασκαλία δεξιοτήτων, Χωροχρονικοί & Δυναμικοί παράμετροι, Καλαθοσφαίριση, Σουτ.
Abstract
Aim of therefore this work is the investigation of importance, way, and direction fast exterior feedback, for the more effective teaching of composers of dexterities, in children of precocious adolescent age. The sample they constituted 15 boys and 10 girls of age 11-14 y. (mean 13,2 y.). The ordeal included implementation 40 soot from right and left the line of free throw, separated in four tens. Following were created 5 teams of 5 individuals. The protocol of exercises was common, was applied for 10 weeks with frequency 2-3 times the week and included 20-30min exercises soot. In each team was given different type of information. In the 1st and 2nd team was given information on the output, however in 2nd was used a lighter ball, from those that were used in the other teams. In the 3rd team was given information on the result. In the 4th team was not given no information. In the 5th team were given directives on the way that could exploit better practiced the himself information. The level of importance was fixed in a=0,01. The results showed improvement of felicity soot and in the five teams. The improvement that presented the teams 1st and 2nd were statistically important. Also the 2nd team presented bigger improvement than 1st. Deductively the research showed the effectiveness of feedback of output, against her feedback of result, in children of precocious adolescent age. The information also will be supposed to direct itself in the space and time, despite in dynamic characteristics of movement.
Words keys: Fast feedback, Teaching of dexterities, Space- Time and Dynamic parameters, Basketball, Soot.
Address for correspondence:
Himonidis Evripidis
Thessalinikis 57, 63200 N. Moudania / Halkidiki
Tel. 2373021557, e- mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.
Εισαγωγή
Στη διαδικασία μάθησης μιας κίνησης καθοριστικό ρόλο παίζει η ανατροφοδότηση, η οποία αποτελεί τη βάση για τη δημιουργία ενός κινητικού προτύπου και συμβάλλει καθοριστικά στη ρύθμιση και καθοδήγηση μιας κίνησης.
Η ανατροφοδότηση που παρέχεται κατά τη διαδικασία εκτέλεσης μιας κίνησης μπορεί να είναι εσωτερική (πληροφορίες που λαμβάνει ο ασκούμενος μέσω της κιναίσθησης, της όρασης, της αφής), ή εξωτερική (βιβλιογραφικά απαντάται και ως επαυξανόμενη) και προέρχεται κυρίως από άλλο άτομο (προπονητής, συναθλητής, θεατές) ή συσκευή (video κλπ), (Grosser & Neumaier 1982). Η αποτελεσματικότητα της εξαρτάται από το επίπεδο του ασκουμένου, πόσο δηλαδή είναι ικανός να δεχθεί και να επεξεργασθεί αυτές τις πληροφορίες και από το βαθμό συγκέντρωσής του.
Η εξωτερική ανατροφοδότηση χωρίζεται: α) σε αυτή που παρέχει γνώση του αποτελέσματος (Knowledge of Result= KR)- αντικειμενική και ασχολείται με το αποτέλεσμα της εκτέλεσης, «σωστό ή λάθος», «5 ή 7sec», β) σε αυτή που παρέχει γνώση της απόδοσης (Knowledge of performance= ΚΡ)- υποκειμενική και ασχολείται με τη διαδικασία εκτέλεσης της ενδεδειγμένης κίνησης (Farfel 1975, Rose 1997, Willimczik & Roth 1983).
Οι Swinnen et al (1993) συμπέραναν μετά από έρευνά τους, ότι η παρεχόμενη ανατροφοδότηση, όταν σχετίζεται με το αποτέλεσμα της κίνησης (KR), είναι πιο αποτελεσματική από την παροχή πληροφοριών επί των κινηματικών χαρακτηριστικών, καθώς οδηγεί σε πιο ξεκάθαρους στόχους. Σε δεξιότητες με πολλούς βαθμούς ελευθερίας (Kernodle & Carlton 1992, Young & Schmidt 1990) ή σε κινήσεις βαλλιστικού τύπου, όπου το λάθος αξιολογείται μετά το τέλος της κίνησης (Karniel et al 1997), αναφέρεται πως η πληροφορία επί της γνώσης του αποτελέσματος (KR), οδηγεί σε καλλίτερα αποτελέσματα στη διαδικασία της μάθησης.
Η αποτελεσματικότητα των μεθόδων ανατροφοδότησης για την εκπαίδευση απλών (πάσα, ντρίπλα στην καλαθοσφαίριση) και σύνθετων (μπάσιμο, σουτ) δεξιοτήτων μελετήθηκε επίσης και από τους Tzetzis, Kioumourtzoglou & Mavromatis (1997). Στις απλές δεξιότητες η γνώση του αποτελέσματος οδήγησε σε στατιστικά σημαντικές διαφορές στη βελτίωση της εκτέλεσης. Δεν παρατηρήθηκε όμως κάτι ανάλογο σε όλες τις σύνθετες δεξιότητες που εξετάσθηκαν. Στατιστικά σημαντικές διαφορές στη βελτίωση της δεξιότητας σουτ δεν παρουσιάσθηκαν.
Σε αντίθετα αποτελέσματα όμως οδήγησαν οι έρευνες των Trowbridge & Cason (1932) και Thorbauer (1970 & 1975). Η γνώση της απόδοσης (KP) έφερε καλλίτερα αποτελέσματα ακόμη και σε βαλλιστικές κινήσεις.
Οι Magill & Wood (1986) μελετώντας τη σχέση εμπειρίας ασκουμένου και ανατροφοδότησης, συμπέραναν ότι η ανατροφοδότηση επί του αποτελέσματος, η οποία είναι μεγάλης ακρίβειας θα πρέπει να δίνεται όταν ο ασκούμενος έχει ξεπεράσει το στάδιο των αρχαρίων. Επίσης η εξωτερική πληροφόρηση φαίνεται λοιπόν πως δεν είναι απαραίτητη πάντα για τους έμπειρους ασκούμενους (Thorbauer 1970).
Μια άλλη σειρά ερευνών ασχολήθηκε με τα δυναμικά και χωροχρονικά χαρακτηριστικά της ανατροφοδότησης (Farfel 1975, Iwanowa 1966, Minasjan 1968, Sidaway et al 1989). Αυτές έδειξαν μια απεξάρτηση των δυναμικών χαρακτηριστικών της κίνησης από τις χωροχρονικές παραμέτρους αυτής. Οι άνθρωποι μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις διαφορετικές αισθητήριες πληροφορίες για να επιτύχουν μια συγκεκριμένη ακριβή κίνηση, αλλά οι λεπτομέρειες των στρατηγικών που υιοθετούνται, διαφέρουν με το είδος των διαθέσιμων πληροφοριών.
Η χωροχρονική ανατροφοδότηση (εν προκειμένω οπτική πληροφόρηση) χρησιμοποιείται για να καθορισθεί με ακρίβεια η στιγμή, που οι μύες πρέπει να ενεργοποιηθούν για να ανταποκριθούν σε διαφορετικές απαιτήσεις της δεξιότητας, όπως η προσγείωση από διαφορετικά ύψη (Sidaway et al 1989). Η ρύθμιση της μυϊκής συστολής ακολουθείται αυτόματα σε ένα χαμηλό επίπεδο του συστήματος ρύθμισης, ενώ όταν υπάρχουν επιρροές ισχυρότερες σ΄ αυτό το σύστημα ρύθμισης ακολουθούνται αυτές συνειδητά (Iwanowa 1966).
Οι πληροφορίες ενοτήτων χώρου λοιπόν, που παίρνει ένας ασκούμενος είναι πιο αντιλήψιμες, από το μέγεθος της δύναμης, ενώ μαθαίνει επίσης με αυτές να κατευθύνει τη δύναμη του καλλίτερα (Farfel 1975). Φαίνεται πως η αντίληψη της δύναμης στα αρχικά στάδια μάθησης δεν είναι κυρίαρχο στοιχείο για την εκπαίδευση και την πληροφόρηση (Minasjan 1968). Σε έρευνα του ο Minasjan (1968) έδειξε ότι η εκπαίδευση 11χρονων παιδιών στο σουτ στην καλαθοσφαίριση με μια ελαφρύτερη μπάλα, είχε καλλίτερα αποτελέσματα ευστοχίας, όταν ακολούθησε η δοκιμασία με το αγωνιστικό όργανο, από ότι η εκπαίδευση με το αγωνιστικό όργανο.
Αντίθετα οι Grohmann (1991), Lehnertz (1986) κυρίως για άλματα με υψηλή ταχύτητα απογείωσης προτείνουν την καθοδήγηση της κίνησης μέσω διευθέτησης πληροφοριών προς την κατεύθυνση των δυναμικών παραμέτρων της κίνησης.
Βάσει λοιπόν των παραπάνω βιβλιογραφικών αναφορών τέθηκαν οι εξής προβληματισμοί:
◊ Η γνώση της απόδοσης ή του αποτελέσματος είναι ως τρόπος εξωτερικής πληροφόρησης καλύτερος για την εκπαίδευση νεαρών ασκουμένων σε μια σύνθετη δεξιότητα, όπως είναι το σουτ στην καλαθοσφαίριση;
◊ Οι αρχάριοι έχουν απόλυτα την ανάγκη από μια εξωτερική πληροφόρηση επί της απόδοσης της εκτέλεσης ή η εξωτερική πληροφόρηση που έρχεται μόνη της από το αποτέλεσμα αρκεί; Εν προκειμένω είναι εμφανής η αποτυχία – επιτυχία με την επίτευξη του καλαθιού και πιθανόν να μη χρειάζεται άλλη πληροφόρηση.
◊ Η εξωτερική ανατροφοδότηση οφείλει να στρέφεται κυρίως στους χωροχρονικούς παραμέτρους μιας κίνησης ή στους δυναμικούς; Υπάρχει δηλαδή μια απεξάρτηση των χωροχρονικών παραμέτρων της κίνησης από τους δυναμικούς;
Σκοπός λοιπόν αυτής της εργασίας είναι η διερεύνηση της σπουδαιότητας, του τρόπου, και της κατεύθυνσης προς την οποίαν πρέπει να στραφεί μια γρήγορη εξωτερική ανατροφοδότηση, με στόχο την αποτελεσματικότερη διδασκαλία συνθέτων δεξιοτήτων, όπως το σουτ στην καλαθοσφαίριση, σε παιδιά πρώιμης εφηβικής ηλικίας (11-14 χρ.).
Η σημαντικότητα αυτής της έρευνας έγκειται στην αποτελεσματικότερη διδασκαλία και τελειοποίηση δεξιοτήτων, μέσω μιας στοχευόμενης προς ορισμένη κατεύθυνση γρήγορης ανατροφοδότησης κυρίως σε αρχάριους ή παιδιά.
Με βάση λοιπόν το σκοπό διατυπώθηκαν οι εξής μηδενικές υποθέσεις:
1. Ο τρόπος της εξωτερική ανατροφοδότησης, δηλαδή ανατροφοδότηση επί του αποτελέσματος ( KR) ή επί της απόδοσης (KP) δεν σχετίζεται με την βελτίωση μιας δεξιότητας σε αρχάριους.
2. Η κατεύθυνση της ανατροφοδότησης, δηλαδή προς τις χωροχρονικές παραμέτρους της κίνησης ή προς τις δυναμικές δεν σχετίζεται με τη βελτίωση μιας δεξιότητας σε αρχάριους.
Ανασκόπηση βιβλιογραφίας
α) Εξωτερική ανατροφοδότηση
Ο χρόνος στον οποίο δίνεται η εξωτερική ανατροφοδότηση αποτελεί κύριο στοιχείο για τη διαδικασία της μάθησης και σχετίζεται με τη διαδρομή των πληροφοριών προς τα ανώτερα κέντρα και τις αποθήκες μνήμης (Grosser & Neumaier 1982). Έτσι διακρίνει κανείς:
1. Τη σύγχρονη ή άμεση ανατροφοδότηση, η οποία βασίζεται πάνω στα καθαρά «αχνάρια» της κίνησης (Bernstein 1975). Προϋποθέτει όμως μεγάλης διάρκειας εκτέλεση, καθώς δεν είναι δυνατή η παροχή αυτής για κινήσεις μικρότερης διάρκειας των 0,5-0,3sec. (Grosser & Neumaier 1982),
2. Τη γρήγορη ανατροφοδότηση, που σχετίζεται με την αποθήκη μνήμης βραχείας διάρκειας. Σ΄ αυτήν οι πληροφορίες μένουν περί τα 25-30sec. (Grosser & Neumaier 1982, Schmidt 1991) Καθοριστικό στοιχείο για τη γρήγορη ανατροφοδότηση είναι το χρονικό διάστημα που διαρκεί από τη στιγμή της αποπεράτωσης της εκτέλεσης μιας κίνησης, ως τη στιγμή της παροχής ανατροφοδότησης και ονομάζεται «διάστημα καθυστέρησης πριν την ανατροφοδότηση» (Rose 1997).
3. Την αργή ανατροφοδότηση, η οποία σχετίζεται με την αποθήκη μνήμης μακράς διάρκειας.
Καθώς η οριοθέτηση του χρονικού σημείου που θα έπρεπε να δοθεί η γρήγορη ανατροφοδότηση, σχετίζεται με τη μνήμη βραχείας διάρκειας, το χρονικό διάστημα που πρέπει να δοθεί μια ανατροφοδότηση παίζει καθοριστικό ρόλο στην αποτελεσματικότητα της. Πληροφορίες που δίνονται σε πολύ μικρότερα διαστήματα της τάξης των 8sec, αμέσως μετά την άσκηση μπορεί να έχουν αρνητικές επιδράσεις στη μάθηση (Swinnen et al 1990), καθώς
δεν υπάρχει διαθέσιμός χρόνος για την ανάπτυξη του «μηχανισμού ανίχνευσης και διόρθωσης λαθών», ενώ αν το διάστημα μετά είναι πολύ μεγάλο μπορεί να ξεχασθεί η εκτέλεση (Salmoni et al 1984). Αντίθετα οι Thorbauer (1970), Willimczik & Roth (1983) υποστηρίζουν ότι καταλληλότερο σημείο για να δοθεί μια γρήγορης πληροφόρησης είναι 5-10sec.μετά το τέλος της κίνησης. Αν και Thorbauer (1970) επισημαίνει, ότι το χρονικό όριο που θα δοθεί η πληροφόρηση μετά την εκτέλεση, δεν παίζει τόσο σημαντικό ρόλο, όσο ο χρόνος που απομένει για την επεξεργασία αυτής της πληροφορίας και την επιψήφισή της στη μνήμη βραχείας διάρκειας και δεν πρέπει αυτός να είναι σύντομος.
Τέλος σύμφωνα με τους Grosser & Neumaier (1982), δεν πρέπει να δίνεται πληροφόρηση σχετικά με την κίνηση που θα εκτελεσθεί 3-5sec πριν αρχίσει αυτή, γιατί επηρεάζεται ο προγραμματισμός της κίνησης.
Ένα άλλο στοιχείο σύμφωνα με το Müller (1956) είναι ο αριθμός 7±2 πληροφοριών που μπορεί να αποθηκευθούν στη μνήμη βραχείας διάρκειας και είναι αυτό βασικό στοιχείο για το μέγεθος των πληροφοριών, που πρέπει να έχει η εξωτερική ανατροφοδότηση.
Κατά Marteniuk (1976) λόγω περιορισμένων δυνατοτήτων χωρητικότητας της αποθήκης μνήμης βραχείας διάρκειας το μέγεθος των πληροφοριών που μπορεί να επεξεργασθεί ένα παιδί, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Πάνω από όλα είναι η ικανότητα να καταλάβει το παιδί τον τρόπο διατύπωσης. Αυτό εξαρτάται από τις ηλικιακές δυνατότητες. Για παιδιά λοιπόν ηλικίας 7-10 χρ. αναφέρει πως μπορούν να επεξεργασθούν και να αποδώσουν κινητικά 4-5 πληροφορικές ενότητες.
β) εσωτερική ανατροφοδότηση
Σύμφωνα με τις φυσιολογικές λειτουργίες του οργανισμού μια εσωτερική πληροφόρηση μπορεί να δοθεί από τους ιδιοδεκτικούς και δερματικούς υποδοχείς και από την όραση.
Οι ιδεοδεκτικοί υποδοχείς, που σ΄ αυτούς ανήκουν οι μυϊκοί άτρακτοι, τα τενόντια όργανα του Goldj, οι κάψουλες των αρθρώσεων, οι σύνδεσμοι όλων των μεμβρανοειδών αρθρώσεων και ο ακουστικός λαβύρινθος, παρέχουν χωροχρονικές, αλλά και δυναμικές πληροφορίες. Μέσω αυτών είναι δυνατή η αδιάκοπη γνώση της γενικής θέσης του σώματος στο χώρο πριν και κατά τη διάρκεια των κινήσεων (Rose 1997), του ρυθμού αλλαγής στο μήκος των μυών, του ρυθμού αλλαγής της έντασης κατά τη διάρκεια της συστολής / διαστολής του μυός, αλλά και της ροής της κίνησης (Adams 1977).
Η όραση παρέχει καθαρά χωροχρονικές πληροφορίες, όπως για τις θέσεις και κινήσεις των αντικειμένων (οπτική ροή), αλλά και μελών του σώματος μέσα στον περιβάλλοντα χώρο (Rose 1997). Οι δερματικοί υποδοχείς τέλος παρέχουν τόσο δυναμικές, όσο και χωροχρονικές πληροφορίες.
Ενώ λοιπόν υπάρχει ένα πλήθος παροχής χωροχρονικών αλλά και δυναμικών πληροφοριών από διάφορα συστήματα στον οργανισμό, φαίνεται ο κυρίαρχος ρόλος των χωροχρονικών παραμέτρων. Έχει αποδειχθεί από πειράματα των Lee & Lishmann (1975) ο σημαντικός ρόλος της όρασης ως πηγή πληροφοριών. Οι οπτικές πληροφορίες παρ’ ότι έρχονται πολλές φορές σε αντίθεση με τις πληροφορίες από την κιναίσθηση (ιδιοδεκτικοί υποδοχείς), φαίνονται να κυριαρχούν στον έλεγχο της κίνησης (Rose 1997). Επίσης στα μικρά παιδιά αλλά και στους αρχάριους η όραση παρέχει το μεγαλύτερο μέρος των πληροφοριών για τη στάση και κίνηση του σώματος και των μελών, καθώς οι πληροφορίες από την κιναίσθηση δεν μπορούν να επεξεργασθούν με ακρίβεια (Rose 1997).
Μεθοδολογία
Το δείγμα
Το δείγμα απετέλεσαν 15 αγόρια 10 κορίτσια ηλικίας 11-14 χρ. (μ.ο. 13,2 χρ) που δεν είχαν ασχοληθεί στο παρελθόν με την καλαθοσφαίριση και η επιλογή τους έγινε τυχαία.
Όργανο μέτρησης
Η δοκιμασία περιελάμβανε εκτέλεση 40 σουτ εναλλάξ από τη δεξιά και αριστερή άκρη της γραμμής των ελευθέρων βολών, χωρίς χρονικό περιορισμό, χωρισμένα σε τέσσερις δεκάδες (δηλαδή 4Χ10). Στόχος ήταν τα περισσότερα εύστοχα σουτ. Χρησιμοποιήθηκαν μπάλλες καλαθοσφαίρισης κανονικού μεγέθους και βάρους.
Ο δείκτης δυσκολίας, που εκφράζεται ως ποσοστιαία αναλογία του αριθμού των σωστών απαντήσεων (επιτυχιών) δια του αριθμού των συμμετεχόντων υποκειμένων (Neumaier 1983), ήταν για τη συγκεκριμένη δοκιμασία 66,6%. Ένας δείκτης αξιολόγησης αυτού του κριτηρίου πάνω από τον «μέσο» εξασφαλίζει την επιτυχία της δοκιμασίας (Jescke 1977, Lienert 1967).
Ο βαθμός διαχωρισμού, που εκφράζει αν μπορούν οι καλές επιδόσεις να ξεχωρίσουν από τις μέτριες ή τις κακές και είναι άμεσα συνδεδεμένος με το βαθμό δυσκολίας της δοκιμασίας (Lienert 1967, Neumaier 1983), εκτιμήθηκε σε ΤΙ = 1,72 και χαρακτηρίζεται κατά Jeschke (1977) ως πολύ καλός (μέτριος 0,30-0,59, μέσος: 0,6-0,99, καλός: 1-1,3, πολύ καλός: >1,30).
Διεξαγωγή της δοκιμασίας
Η δοκιμασία διεξήχθει ύστερα από 15min προθέρμανση και ανάμεσα σε κάθε δεκάδα από τις τέσσερις υπήρχε ένα διάλειμμα 1,5min για κάθε ασκούμενο. Η δοκιμασία επαναληφθεί μετά από 10 εβδομάδες την ίδια ώρα της ημέρας και εφαρμόσθηκε το ίδιο πρωτόκολλο διεξαγωγής.
Διαδικασία της έρευνας
Πριν την αρχική διεξαγωγή της δοκιμασίας δόθηκε για μελέτη και εξηγήθηκε ταυτόχρονα στα υποκείμενα της έρευνας μία διδακτική σειρά φωτογραφιών, τόσο του σουτ με το ένα χέρι όσο και του σουτ με τα δυο χέρια.
Αξιολογήθηκαν, όπως προτείνεται από τη βιβλιογραφία, 8 σημαντικοί παράγοντες μιας καλής εκτέλεσης του σουτ στην καλαθοσφαίριση, σύμφωνα με τη σπουδαιότητα και τη σημασία τους, που στρέφονταν κυρίως στη στάση του σώματος και θέση των μελών κατά την εκτέλεση του σουτ.
Μετά την διεξαγωγή της αρχικής δοκιμασίας για διάστημα 10 εβδομάδων χωρίστηκε τυχαία το δείγμα σε 5 ομάδες των 5 ατόμων (3 αγόρια και 2 κορίτσια). Σε κάθε ομάδα δόθηκε ένα διαφορετικό είδος πληροφόρησης.
◊ Στην 1η ομάδα δόθηκε μια πληροφόρηση επί της απόδοσης με 3-4 θέματα σε κάθε ενότητα πληροφόρησης βασισμένα πάνω στους 8 αξιολογημένους σημαντικούς παράγοντες μιας καλής εκτέλεσης. Αυτοί κατευθύνονταν στα χωροχρονικά χαρακτηριστικά της κίνησης (πχ «Πάρε τη μπάλα χαμηλά», «με λυγισμένα πόδια» «σήκω ψηλά», «η παλάμη μετά το σουτ να βλέπει στο έδαφος»). Επίσης δόθηκε έμφαση και στην αυτοπληροφόρηση. («βλέπεις την καμπύλη της μπάλας όταν σπάνεις σωστά τον καρπό», «ακούς το θόρυβο της μπάλας στο στεφάνι, όταν της δίνεις καλλίτερη καμπύλη»). Σκόπιμα δε χρησιμοποιήθηκαν αντίστοιχα εκφράσεις που κατευθύνονταν στα δυναμικά χαρακτηριστικά της κίνησης («δώσε δύναμη με τα πόδια», «πιο πολύ ή πιο λίγο δύναμη», «βάλε δύναμη τελική με τον καρπό».
◊ Στη 2η ομάδα εφαρμόστηκε η ίδια διαδικασία πληροφόρησης με την 1η, μόνον που σ΄ αυτή την ομάδα, καθ’ όλη την διάρκεια του πρωτοκόλλου γύμνασης, χρησιμοποιήθηκε μια ελαφρύτερη μπάλα, από αυτές που χρησιμοποιήθηκαν στις άλλες ομάδες (κανονικού μεγέθους και βάρους καλαθόσφαιρες), και δη μια μπάλα ποδοσφαίρου. Στόχος ήταν η επιβεβαίωση της απεξάρτησης της ρύθμισης χωροχρονικών παραμέτρων της κίνησης από τα μεγέθη των αντιστάσεων που πρέπει να υπερνικήσει κανείς. Σ΄ αυτή την ομάδα χρησιμοποιήθηκαν την 4η και 8η εβδομάδα, σε μια προπονητική μονάδα κανονικές μπάλες καλαθοσφαίρισης, απλά για ψυχολογικούς λόγους.
◊ Στην 3η ομάδα μετά το τέλος της εκτέλεσης δόθηκε μόνον πληροφόρηση επί του αποτελέσματος («Σωστό ή λάθος»).
◊ Στην 4η ομάδα δε δόθηκε καμία πληροφόρηση. Η ομάδα αυτή στηρίχθηκε μόνο στην εσωτερική ανατροφοδότηση και στην αυτοπληροφόρηση.
◊ Στην 5η ομάδα δόθηκαν οδηγίες για τον τρόπο που θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί καλλίτερα ο ασκούμενος την αυτοπληροφόρηση («Παρατήρησε την πορεία της μπάλας, όταν έχεις πετυχημένο σουτ»).
Σε όλες τις ομάδες που δόθηκε εξωτερική ανατροφοδότηση, τηρήθηκαν οι κανόνες που αναφέρονται στις βιβλιογραφικές αναφορές για τη γρήγορη ανατροφοδότηση, ενώ το μέγεθος των πληροφοριών που είχε η εξωτερική ανατροφοδότηση, βασίσθηκε στις αναφορές των Marteniuk (1976) και Müller (1956).
Το πρωτόκολλό εκγύμνασης εφαρμόσθηκε για διάστημα 10 εβδομάδων με συχνότητα 2-3 φορές την εβδομάδα, δηλαδή ένα σύνολο 25 προπονητικών μονάδων. Το πρωτόκολλο περιελάμβανε:
◊ 15λεπτη προθέρμανση
◊ 20-30min ασκήσεις σουτ, οι οποίες ήταν ίδιες για όλες τις ομάδες. Το προπονητικό μέσο που χρησιμοποιήθηκε περιελάμβανε μια ποικιλία ασκήσεων (εικ.1). Μεθοδολογικά χρησιμοποιήθηκαν: α) σουτ με αυξομείωση της απόστασης από 3-5,5 m, β) προοδευτική ένταξη του παράγοντα κίνηση, γ) στις τελευταίες εβδομάδες
συνδυάσθηκαν τα σουτ με διάφορες απλές και σύνθετες δεξιοτήτων (σουτ μετά από πάσα ή ντρίπλα).
Εικόνα 1. Ασκήσεις που χρησιμοποιήθηκαν για την προπόνηση στα σουτ βάση του πρωτοκόλλου εκγύμνασης.
Σχεδιασμός της έρευνας
Ο πειραματικός σχεδιασμός έγινε με τυχαία κατανομή των ομάδων και με αρχική μέτρηση και επαναμέτρηση μετά την εφαρμογή του πρωτοκόλλου εκγύμνασης για 10 εβδομάδες.
Στατιστική ανάλυση
Χρησιμοποιήθηκε η ΑΝΟVΑ one-way (ανάλυσης της διακύμανσης) για να διαπιστωθούν οι πιθανές αποκλείσεις μεταξύ των ομάδων κατά την κατανομή των υποκειμένων στις ομάδες, μετά την αρχική δοκιμασία. Ακολούθως με την εφαρμογή του T-test ελέγχθηκε η διαφορά των αποτελεσμάτων μεταξύ της αρχικής και τελικής δοκιμασίας. Για τη στατιστική ανάλυση χρησιμοποιήθηκε το στατιστικό πακέτο Exel 2000 και το επίπεδο σημαντικότητας ορίσθηκε στο α=0,01.
Αποτελέσματα
Τα αποτέλεσμα της ανάλυσης της διακύμανσης (F=0,41 < F24;0,01=4,43) έδειξαν πως δεν υπήρχαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των πέντε ομάδων πριν την εφαρμογή του πρωτοκόλλου εκγύμνασης.
Μέσω της περιγραφικής στατιστικής παρουσιάζονται στον πίνακα 1 τα αποτελέσματα της αρχικής και τελικής δοκιμασίας.
Πίνακας 1. Αποτελέσματα πριν και μετά την εφαρμογή του πρωτοκόλλου εκγύμνασης
Ομάδα
Αγόρια
Κορίτσια
Άθροισμα
Μέσος όρος
Διακύμανση
Αρχική δοκιμασία

63/120
23/80
86
17,2
32,2

63/120
30/80
93
18,6
13,3

54/120
26/80
80
16
13

65/120
24/80
91
18,2
36,7

68/120
30/80
98
19,6
20,8
Τελική δοκιμασία

79/120
34/80
113
22,6
32,8

88/120
50/80
136
27,2
7,2

63/120
33/80
96
19,2
10,7

68/120
30/80
98
19,6
24,3

73/120
33/80
106
21,2
21,7
0,05,010,015,020,025,030,012345ομάδες%ΑρχικήδοκιμήΤελικήδοκιμή
Γράφημα 1. Διακύμανση μ.ο. των επιτυχιών πριν και μετά την εφαρμογή του πρωτοκόλου εκγύμνασης
02040608012345ομάδες %Αρχικήδοκιμασία Τελικήδοκιμασία
Γράφημα 2. Εκατοστιαία μεταβολή των ποσοστών επιτυχίας ανάμεσα στην αρχική και τελική δοκιμασία σε αγόρια και κορίτσια.
Τα αποτελέσματα του Τ-test για τον έλεγχο των διαφορών μεταξύ αρχικής- τελικής δοκιμασίας παρουσιάζονται στον πίνακα 2. Αυτά έδειξαν μια στατιστικά σημαντική βελτίωση μόνον για τις ομάδες 1η και 2η .
Πίνακας 2: Αποτελέσματα Τ- test μεταξύ αρχικής- τελικής δοκιμασίας
Ομάδα
τιμή-t
τιμή-p

3,65
0,01

5,37
0,00

2,32
0,05

1,04
0,33

1,40
0,20
κριτική τιμή:
t(0,01;9)=3,25
Τέλος μέσω του ελέγχου T-test έγινε σύγκριση των διαφορών μεταξύ αγοριών και κοριτσιών πριν και μετά την εφαρμογή του πρωτοκόλλου εκγύμνασης και δεν βρέθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές. Τα αποτελέσματα παρουσιάζονται στον πίνακα 3.
Πίνακας 3. Αποτελέσματα σύγκρισης μεταξύ αγοριών και κοριτσιών.
Αρχική μέτρηση
Τελική μέτρηση
Ομάδα
τιμή-t
τιμή- p
τιμή-t
τιμή-p

3,98
0,03
2,72
0,04

3,60
0,04
1,72
0,15

2,02
0,14
1,75
0,14

4,54
0,02
2,33
0,07

4,09
0,03
3,12
0,03
κριτική τιμή:
t(0,01;3)=5,84
Συζήτηση – Συμπεράσματα- Προτάσεις
Τα αποτελέσματα έδειξαν μια βελτίωση της ευστοχίας του σουτ μετά από 10 εβδομάδες και για τις πέντε ομάδες. Η βελτίωση της 1ης & 2ης ομάδας ήταν στατιστικά σημαντική σε επίπεδο p <0,01. Οι δυο αυτές ομάδες παρουσίασαν αρκετά ικανοποιητικά ποσοστά βελτίωσης, με σαφώς καλλίτερα αυτά της 2ης ομάδος. Η 3η ομάδά παρουσίασε και αυτή σημαντικές διαφορές, αλλά όχι σύμφωνα με το ορισθέν επίπεδο σημαντικότητας. Τα αποτελέσματα δείχνουν λοιπόν πως οι ομάδες 1η & 2η, που δέχθηκαν ανατροφοδότηση επί της απόδοσης, παρουσίασαν μεγαλύτερη βελτίωση από την ομάδα που δέχθηκε ανατροφοδότηση επί της απόδοσης (3η) και από την ομάδα που διδάχθηκε πως θα εκμεταλλευθεί την αυτοπληροφόρηση (5η). Η 4η ομάδα που δε δέχθηκε καθόλου εξωτερική ανατροφοδότηση, παρουσίασε βελτίωση μετά από την περίοδο των 10 εβδομάδων, αλλά δεν ήταν αυτή στατιστικά σημαντική.
Τα αποτελέσματα αυτά συμφωνούν με τις εργασίες των Thorbauer (1970 &1975) και Trowbridge & Cason (1932) και όχι με τα αντίθετα αποτελέσματα αρκετών προσφάτων ερευνών (Karniel et al 1997, Kernodle & Carlton 1992, Swinnen et al 1993, Young & Schmidt 1990), οι οποίες συμβουλεύουν την ανατροφοδότηση επί του αποτελέσματος. Φαίνεται πως το επίπεδο γνώσης της δεξιότητας του αθλητή, πρέπει να ανταποκρίνεται στο επίπεδο της διδόμενης ανατροφοδότησης. Εμφανώς η ανατροφοδότηση επί της απόδοσης της κίνησης, όπως έδειξε η έρευνα αυτή, ανταποκρίνεται καλλίτερα στο επίπεδο των νέων ασκούμενων ή αρχαρίων σε σχέση με την ανατροφοδότηση επί του αποτελέσματος. Με αυτό συμφωνούν και οι αναφορές των Farfel (1975), Willimczik & Roth (1983).
Επίσης φαίνεται από τα αποτελέσματα ότι το επίπεδο των αρχαρίων και νέων αθλητών δε μπορεί να αρκεστεί μόνον στην αυτοπληροφόρηση ή να στην παντελή έλλειψη εξωτερικής ανατροφοδότηση, κατά τη μάθηση και βελτίωση μιας κίνησης. Δείχνεται λοιπόν εδώ το πόσο σημαντική είναι η γρήγορη εξωτερική πληροφόρηση, για τη βελτίωση της εκτελεσθείσας κίνησης στους αρχάριους και νέους αθλητές. Βάση λοιπόν των αποτελεσμάτων δε δεχόμαστε την πρώτη μηδενική υπόθεση.
Όμως αναφέρεται, οι αρχάριοι από μόνοι τους δε μπορούν να κατανοήσουν οδηγίες, πληροφορίες που δίνονται επί του αποτελέσματος της εκτέλεσης (Farfel 1975, Willimczik & Roth 1983). Αυτό όμως επίσης οδηγεί στο συμπέρασμα πως μια παρόμοια έρευνα σε έμπειρους αθλητές πιθανόν να εμφάνιζε διαφορετικά αποτελέσματα. ΟΙ έμπειροι αθλητές μπορεί να αρκούνται στη εσωτερική ανατροφοδότηση και να έχουν πλήρη και ακριβή γνώση του αποτελέσματος με πιθανό αποτέλεσμα την καλλίτερη εκμετάλλευση της εξωτερικής ανατροφοδότηση επί του αποτελέσματος.
Οι ομάδες 1η και 2η δέχθηκαν με τον ίδιο τρόπο εξωτερική ανατροφοδότηση, όμως η 2η παρουσίασε μεγαλύτερη βελτίωση. Τα αποτελέσματα αυτά φαίνεται πως συμφωνούν με τις αναφορές των Farfel (1975), Minasjan (1968), Sidaway et al (1989). Η χρήση μιας ελαφρύτερης μπάλλας από τη 2η ομάδα οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι η μεγαλύτερη βελτίωση αυτής πιθανόν να οφείλεται σε μια απεξάρτηση των δυναμικών χαρακτηριστικών της κίνησης από τις χωρικές και χρονικές παραμέτρους αυτής. Το γεγονός αυτό δείχνει επίσης να συμφωνεί με τις έρευνες της Ιwanowa (1966) σε 12 χρ. παιδιά για την ακρίβεια της ρίψης μπάλας με διαφορετικά βάρη. Αυτή έδειξε πως στον εγκέφαλο δε διατηρούνται οι παράμετροι της συμμετοχής της δύναμης, οι οποίοι αναπτύσσονται στους μύες, αλλά οι παράμετροι του χώρου και χρόνου. Τα μεγέθη της μυϊκής συστολής αλλάζουν με ακρίβεια, συμφωνώντας με το βάρος της μπάλας. Αυτό επιτυγχάνεται, μέσω πληροφορίας η οποία προέρχεται από τα κέντρα προσαρμογής, χωρίς την ενεργή συμμετοχή της συνείδησης. Η Iwanowa λοιπόν
συμπεραίνει, πως η ρύθμιση της μυϊκής συστολής ακολουθείται αυτόματα σε ένα χαμηλό επίπεδο του συστήματος ρύθμισης, ενώ όταν υπάρχουν επιρροές ισχυρότερες σ΄ αυτό το σύστημα ρύθμισης ακολουθούνται αυτές συνειδητά. Βάση λοιπόν των αποτελεσμάτων δε δεχόμαστε τη δεύτερη μηδενική υπόθεση.
Η διαφοροποίηση των δυναμικών παραγόντων θα πρέπει αν εξετασθεί και από τη σκοπιά της θεωρίας των κινητικών πρότυπων. Πιθανόν το παραπάνω αναφερθέν γεγονός να οφείλεται στην ύπαρξη ενός κοινού κινητικού προγράμματος, είτε σουτάρει με τη μια ή την άλλη μπάλα. Το πώς θα γίνει το σουτ, να αποφασίζεται με βάση τις πληροφορίες του περιβάλλοντος, που υπάρχουν πριν την κίνηση. Αυτές οι αποφάσεις έχουν σαν αποτέλεσμα τον καθορισμό μερικών χωροχρονικών παραμέτρων της κίνησης (χρόνος, πλάτος), χαρακτηριστικών που καθορίζουν τη φύση της εκτέλεσης του κινητικού προγράμματος, χωρίς να επηρεάζεται ο όλος χρονικός σχεδιασμός της παραγωγής της κίνησης (Schmidt 1991). Ο κινητικός έλεγχος είναι το αποτέλεσμα μιας αλληλεπίδρασης μεταξύ του νευρικού συστήματος και της οστεομυϊκής δυναμικής. Με τη ρύθμιση μόνο μερικών παραμέτρων αντί ολόκληρης της τροχιάς, η διάσταση του προβλήματος του κινητικού ελέγχου μειώνεται σημαντικά (Karniel et al 1997). Θα πρέπει λοιπόν μελλοντικά να εξετασθεί η πιθανή ύπαρξη ενός κοινού κινητικού προγράμματος ανάμεσα στις ομάδες 1η και 2η. Θα πρέπει επίσης μελλοντικά να μελετηθεί μέχρι ποίο σημείο μπορεί να διαφοροποιηθεί το βάρος της μπάλας, ώστε τα δυναμικά χαρακτηριστικά να παίζουν επουσιώδη λόγο βάση των αναφορών της Ιwanowa (1966)
Μεταξύ αγοριών και κοριτσιών δεν βρέθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές σύμφωνα με το ορισθέν επίπεδο σημαντικότητας πριν και μετά την εφαρμογή του πρωτοκόλλου εκγύμνασης.
Συμπερασματικά η έρευνα αυτή έδειξε πως η γρήγορη εξωτερική ανατροφοδότηση, που δίνεται σε παιδιά πρώιμης εφηβικής ηλικίας, είναι πιο αποτελεσματική, όταν δίνεται με κατεύθυνση στα τεχνικά λάθη που παρουσιάζονται, δηλαδή γνώση της απόδοσης (KP), παρά η ανατροφοδότηση για το αν εκτελέσθηκε σωστά ή όχι η κίνηση, δηλαδή ανατροφοδότηση επί του αποτελέσματος (ΚR). Οι πληροφορίες επίσης θα πρέπει να κατευθύνονται στα χωροχρονικά χαρακτηριστικά της κίνησης, καθώς φαίνεται να υπάρχει μια απεξάρτηση των δυναμικών χαρακτηριστικών της κίνησης από τα χωροχρονικά. Παίρνοντας τέτοιες ανατροφοδοτήσεις ο νέος αθλητής, μαθαίνει μόνος του να ρυθμίζει και να κατευθύνει τα δυναμικά χαρακτηριστικά αυτής.
Προτείνεται λοιπόν για τα παιδιά και τους αρχάριους ασκούμενους στην καλαθόοσφαίρηση, αλλά και σε άλλες παρόμοιες αθλητικές δεξιότητες, να χρησιμοποιούνται ελαφρύτερες μπάλες, κοντινές αποστάσεις, χαμηλότερα καλάθια στην εκμάθηση του σουτ.
Βιβλιογραφία
Adams J.A. (1977). Feedback theories of how joint receptors regulate the timing and positioning of a limb. Psychological Review, 84, 504-523.
Bernstein N. A.(1975). Bewegungsphysiologie. Leipzig. IL: Sportverlag.
Farfel, W. (1975). Bewegungssteuerung im Sport. Sportverlag. Berlin. IL: Sportverlag
Grohmann G. (1991). Die Verbesserung der Bewegungsregulation durch zielgerichtete Informationsgestaltung beim Einsatz der Kontrastmethode. Leistungssport 5, 34-38
Großer M. , Neumair A. (1982). Techniktraining. München. IL: blv Sportwissen.
Iwanowa, L.S. (1966).Die Entwicklung der rãumlichen Genauigkeit von Wurfbewegungen bei Mãdchen unter Verãnderung des Gewichts des Gerãtes. Moskau. IL: Körperkultur und Sport
Jescke K. (1977). Gedanken zur Trennschärfen sportmotorischer Τests. Leibesübungen – Leibeserzieung 31, 217-220
Karniel A, Gideon F. Inbar A (1997) Model for learning human reaching movements Biological Cybernetics, Vol. 77 (3) 173-183.
Kernodle M.W., Carlton L.G. (1992). Information feedback and the learning of multiple-degree-of- freedom activities. Journal of Motor Behavior. 24, (2), 187-196.
Kuhn, W. (1983).Bedeutung der Informationsverarbeitung für das Spielhandeln .In Hagedorn, G., Niedlich, D., Schmidt,G. (Eds). Basketball – Handbuch. Hamburg. IL: rororo
Lehnerz K. (1986). Zur Schulung der allgemeinen Koordinationsfähigkeiten. In: Gabler, H / Zein, B. (Eds) Konditionstraining im Tennis. Ahrensburg. IL: Sportwissenschaft und Paxis.
Lienert G.A. (1967). Testaufbau und Testanalyse. Weinheim/Berlin/Basel IL: Verlag Birkhäuser
Lee D.N. , Lishman J.R. (1975). Visual proprioceptive control of stance. Journal of Human Movement Studies., 1, 87-95.
Magill R.A., Wood C.A. (1986). Knowledge of results precision as learning in motor skill acquisition. Research Quarterly for Exercise and sport. 57, 170-173.
Marteniuk, R. G. (1975). Information processing channel capacity learning stages, and the acquisition of motor skills. In Whiting H.T.A. (Eds). Readings in human performance. London. IL: Academic Press.
Minasjan, S. A. (1968). Die Bedeutung des Ballgewichts in Entwicklung der räumlichen Genauigkeit von Wurfbewegungen bei Schülern. Materialischen der X. Allunionskonferenz für Morphologie, Physiologie, Biomechanik, und Biochemie der Muskeltätigkeit. T II. Moskau. IL: Körperkultur und Sport
Müller G.A. (1956). The magical number seven plus or minus two: Some limits on our capacity for processing information. Psychological Review. 63, 81-97
Neumaier A. (1983). Sportmotorische Tests in Unterricht und Training. Schorndorf.
Rose D. (1997). Κινητική μάθηση και κινητικός έλεγχος. Θεσσαλονίκη. Μετ- επιμέλεια Κιουμουρτζόγλου, Ε. ΙL: University Studio Press (1998).
Salmoni A.W., Schmidt R.A., Walter C.B. (1984). Knowledge of results and motor learning: A review and reappraisal. Psychological Bulletin. 5, 355-386.
Schmidt, R.(1991). Κινητική μάθηση και απόδοση. Θεσσαλονίκη. Μετ- επιμέλεια Κιουμουρτζόγλου, Ε. Εκδ. Σάλτος .
Sidaway B., McNitt-Gray J., Davis G. (1989) Visual timing of muscle reactivation in preparation for landing. Ecological Psychology, 1, 253-264.
Swinnen S.P., Schmidt R.A., Nicholson, D.E., Shapiro D.C (1990). Information feedback for skill acquisition: Instantaneous Knowledge of results degrades learning. Journal of Experimental Psychology , memory and Cognition. 16, 706-716.
Swinnen S.P., Walter C.B., Lee T.D. Serrien D.J.(1993). Acquiring bimanual skills : Contrasting forms of information feedback for interlimb decoupling. Journal of Experimental Psychology : memory and Cognition. 19, 6, 1328-1344.
Thorbauer, H. A. (1970). Zur Zeitstruktur der objektiv ergänzenden Information. Theorie und Praxis der Körperkultur, 20 389 – 396.
Thorbauer, H. A. (1970). Wesen und Charakter des Prinzips der objektiv ergänzenden Information und allgemeine Probleme der Steuerung und Regelung von Willkürbewegungen des Menschen. Theorie und Praxis der Körprekultur.19, 4-11.
Thorbauer, H. A. (1975). Untersuchung der Effektivitätsbedingungen der Schnellinformation über Zeitparameter im Prozeß der Steuerung Kurzzeitiger Bewegungen. Moskau. IL: Körperkultur und Sport.
Trowbridge, H. H. / Cason, H. (1932). An experimental study of Thordike`s theory of learning. Journal of General Psychology. 7. 245-258.
Tzetzis, G. ; Kioumourtzoglou, E ; Mavromatis. G : (1997). Goal setting and feedback for the development of instructional strategies. Perceptual and motor skills. 84, 1411-1427
Young D.E., Schmidt R.A. (1990). Units of motor behavior : Modifications with practice and feedback. In: M. Jeannerod (Eds). Attention and performance. Hillsdale IL:. Erlbaum.
Willimczik, K. / Roth, K. (1983). Bewegungslehre. Hamburg. IL: rororo

 


Developed by Okeanis