news blog logo
news menu leftnews menu right
top news photography 14o Πανελλήνιο Συνέδριο Φυσικής Αγωγής

Η Πανελλήνια Ένωση Πτυχιούχων Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού (Π.Ε.Π.Φ.Α) διοργανώνει την 27, 28 και 29 Ιανουαρίου 2012 το 14ο Πανελλήνιο Συνέδριο  Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού, στη Λάρισα, με κεντρικό θέμα: «Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΦΥΣΙΚΗ ΑΓΩΓΗ,ΤΟΝ ΣΧΟΛΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟ» Το Συνέδριο περιλαμβάνει: Ειδικές εισηγήσεις, Στρογγυλές Τράπεζες, προφορικές επιστημονικές ανακοινώσεις, poster, ολοκληρωμένες (full paper) και εξειδικευμένα σεμινάρια. Οι θεματικές ενότητες και τα εξειδικευμένα σεμινάρια του 14ου Πανελληνίου Συνεδρίου
  1. Η φυσική αγωγή σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.
  2. Προτάσεις για τη δημιουργία του πρότυπου αθλητικού σχολείου
  3. Σχολικά πρωταθλήματα  
  4. Η μετεξέλιξη των Γραφείων Φυσικής Αγωγής
  5. Σεμινάριο Ελληνικών Παραδοσιακών Χορών.
  6. Αθλητικές Ομοσπονδίες: η καρδιά του Ελληνικού Αθλητισμού. Προτάσεις για τη λειτουργία και βιώσιμη ανάπτυξή τους.
  7. Θέματα μαζικής άθλησης, ιδιωτικών και δημόσιων γυμναστηρίων
  8. Σεμινάριο Ελληνικών Παραδοσιακών Χορών
  9. Σεμινάριο αποκατάστασης αθλητικών κακώσεων και περιδέσεις
  10. Περισσότερα...
Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Αίτηση Συμμετοχής

deltio14_s
14

Video ΠΕΠΦΑ

ΠΕΠΦΑ Newsletter


Receive HTML?

Επισκέπτες

Έχουμε 2 επισκέπτες συνδεδεμένους
Αρχική Επιστημονικό Περιοδικό Bελτίωση της ακρίβειας των αποτελεσμάτων του CONCONI τεστ

Bελτίωση της ακρίβειας των αποτελεσμάτων του CONCONI τεστ

Μπατσίλας Δ., Παπανικολάου Ζ. Πατσιαούρας Α.
Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας /Τ.Ε.Φ.Α.Α.
Διεύθυνση για αλληλογραφία :
Παπανικολάου Ζήσης
Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Τ.Ε.Φ.Α.Α. Καρυές, 42100, ΤΡΙΚΑΛΑ
Τηλ . 24310/47039 e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.
Περίληψη
Σκοπός της έρευνας ήταν η βελτίωση της ακρίβειας των αποτελεσμάτων του CONCONI τεστ το οποίο αποσκοπεί στην εύρεση του σημείου μετάπτωσης (Σ.μ.) όπου ο οργανισμός μεταβαίνει από την αερόβια στην αναερόβια φάση. Το δείγμα αποτέλεσαν 14 δοκιμαζόμενοι ηλικίας 21-30 ετών, οι οποίοι εκτέλεσαν μια φορά το αυθεντικό ( Conconi Ferrari , Ziglio , Droghetti , Codeca , 1982) και μια φορά το τροποποιημένο τεστ. Με την τροποποιημένη μορφή του τεστ η καρδιακή συχνότητα και η δρομική ταχύτητα των δοκιμαζόμενων καταγράφηκαν ανά 100μ. με αντίστοιχη επιτάχυνση 0,25 km / h . Ο έλεγχος της δρομικής ταχύτητας των δοκιμαζόμενων και η αντίστοιχη επιτάχυνση επιτεύχθηκε με τη συνοδεία ποδηλάτου, με ηλεκτρονική ένδειξη ταχύτητας. Η αρχική ταχύτητα ορίστηκε στα 6 km / h . H στατιστική ανάλυση έδειξε, ότι στο τροποποιημένο τεστ ο συντελεστής συσχέτισης είναι 14% υψηλότερος για την ταχύτητα και 27% υψηλότερος για την καρδιακή συχνότητα. Επίσης τ o απόλυτο και σχετικό λάθος του τροποποιημένου τεστ, ήταν κατά το ήμισυ μικρότερο του αυθεντικού και η σημαντικότητα του τροποποιημένου ήταν τέσσερις φορές υψηλότερη, για την καρδιακή συχνότητα και δύο φορές για την ταχύτητα. Τέλος η αξιοπιστία του τροποποιημένου τεστ ( Split - half μέθοδος) για την ταχύτητα ήταν r =0,970 και του αυθεντικού r =0,904 και η αξιοπιστία για την καρδιακή συχνότητα ήταν r =0,945 και r =0,827, αντίστοιχα. Η τροποποιημένη μορφή επιφέρει πιο αξιόπιστες μετρήσεις και συμβάλλει αποφασιστικά στον ακριβέστερο εντοπισμό του σημείου μετάπτωσης.
Λέξεις κλειδιά : Conconi test , καρδιακή συχνότητα, ταχύτητα, σημείο μετάπτωσης
Εισαγωγή
Η μέθοδος 5 που παρουσίασε το 1982 ο Conconi βασίζεται στο γεγονός, ότι η καρδιακή συχνότητα κατά τη διάρκεια μιας προοδευτικής επιβάρυνσης κινείται γραμμικά σε μια περιοχή από 120-170 σφυγμ./λεπτ. Από ένα συγκεκριμένο σημείο (Σημείο μετάπτωσης, Σμ. ) και μετά, η σχέση καρδιακής συχνότητας και απόδοσης αποκλίνει από την γραμμικότητα. Οι αρχικές έρευνές του απέδειξαν, ότι η ταχύτητα στο σημείο μετάπτωσης σχεδόν ταυτίζεται με αυτήν του αναερόβιου κατωφλιού ( r =0,99) 5 . Είναι όμως γεγονός ότι αυτές οι τόσο υψηλές τιμές αντικειμενικότητας και αξιοπιστίας δεν διαπιστώθηκαν από άλλους ερευνητές. 12,13,15
Νεότερες έρευνες 3,4,6 διαπραγματεύονται μεθοδικές παραλλαγές του. Έτσι προτείνεται: α) μια αύξηση των επιπέδων επιβάρυνσης σε σχέση με το χρόνο (ανά 2 sec ), β) μια σταθερή διάρκεια κάθε επιπέδου με προοδευτική κάθε φορά επιβάρυνση και τέλος, γ) μια προοδευτική αύξηση της ταχύτητας στο τέλος του τεστ (αυτή η τελική φάση ξεκινά όταν ο δοκιμαζόμενος αρχίζει να νιώθει μια δυσφορία αναπνοής). 17 Οι παραπάνω τροποποιήσεις όμως, παρουσιάζουν σημαντικές δυσκολίες κατά την πρακτική εφαρμογή τους .
Η μέθοδος του Conconi 3 να συγκρίνει το σημείο μετάπτωσης με το αναερόβιο κατώφλι του γαλακτικού οξέος, εξετάζεται μέσα από δύο οπτικές γωνίες. Αρχικά, μέσω της άμεσης σύγκρισης της ταχύτητας του Conconi τεστ στο Σ.μ. με αυτήν της ταχύτητας στο αναερόβιο κατώφλι του γαλακτικού οξέος και αργότερα μέσω της σύγκλισης του συντελεστή συσχέτισης ταχύτητας του Conconi τεστ με αυτόν σε αγώνες αντοχής.
Η υπόθεση ότι το Σ.μ. του Conconi ταυτίζεται με αυτό του γαλακτικού οξέος δέχθηκε αρκετές επικρίσεις 8,9,15,22,23,24 .
Η άποψη του Herren 10 όσον αφορά τον συσχετισμό του Conconi τεστ με την εξακρίβωση της αερόβιας ικανότητας είναι η ακόλουθη: «με την ακριβή τήρηση των προϋποθέσεων του Conconi τεστ και με σχετικά λίγες δαπάνες σε προσωπικό και υλικό, το τεστ δίνει αρκετά χρήσιμα αποτελέσματα στην προπονητική παρακολούθηση και τον προπονητικό σχεδιασμό».
Ο έλεγχος της ταχύτητας των δοκιμαζόμενων πραγματοποιείται, είτε μέσω συνοδείας ποδηλάτη (προτείνει και ο Conconi ), είτε μέσω οπτικών και ακουστικών σημάτων 18, 19 . Στην παρούσα έρευνα χρησιμοποιήθηκε το ποδήλατο, αφενός μεν για να συγκριθεί η δρομική ταχύτητα του αθλητή με την προβλεπόμενη και αφετέρου δε, για να υπολογιστεί η αύξηση της ταχύτητας.
Παρόλα αυτά, παρουσιάζονται αποκλίσεις ανάμεσα στην επιδιωκόμενη και την πραγματικά διανυόμενη ταχύτητα. Mια αύξηση όμως των σημείων μέτρησης της ταχύτητας, θα μπορούσε να αντισταθμίσει αυτές τις αποκλίσεις. Τον παραπάνω συλλογισμό επισημαίνει και ο Conconi 1, 6 . Έρευνες πάνω στον ίδιο προβληματισμό 1, 3, 6 αντιμετώπισαν το θέμα από διαφορετική οπτική γωνία, απ' ότι η παρούσα έρευνα. Σε αυτές η απόσταση δεν παραμένει σταθερή, αλλά η διάρκεια του κάθε επιπέδου επιβάρυνσης (100μ.), το οποίο, θα πρέπει να είναι έτσι διαβαθμισμένο, ώστε η αύξηση της καρδιακής συχνότητας να μην ξεπερνά τους 8 χτύπους / λεπτό. Η παραπάνω τροποποίηση τελικά δεν επανεξετάστηκε πάνω στην αρχική μεθοδική του Conconi - test . Επιπρόσθετα η διεξαγωγή μιας τέτοιας μέτρησης σε γήπεδα, θα ήταν σχεδόν αδύνατη.
Το γεγονός των σχετικά λίγων αξιολογημένων Conconi τεστ στη βιβλιογραφία 9 δημιουργεί ένα αδύνατο σημείο στην αξιοπιστία του Conconi τεστ. Οι αναφορές των συγγραφέων είναι αρκετά διαφοροποιημένες. Σε αρκετές περιπτώσεις (περίπου 23%) δεν βρέθηκε το σημείο μετάπτωσης.
Ένα άλλο πρόβλημα δημιουργεί η ελλιπής γραμμική αύξηση ταχύτητας και καρδιακής συχνότητας, διότι η αύξηση βρίσκεται στην αρχή κάθε επιπέδου 14 . Ακόμη αναφέρεται, 14, 21 ότι η διαφορετική φυσική κατάσταση των δοκιμαζόμενων επηρεάζει την εξέλιξη του τεστ, αφού τα μη αξιολογημένα τεστ ήταν στο μεγαλύτερο μέρος τους από άτομα χωρίς ικανοποιητική φυσική κατάσταση. Σε αυτό το σημείο ο Conconi 4 υποστηρίζει, ότι η μη εύρεση του Σ.μ. μπορεί να οφείλεται, στο ότι δεν υπάρχει απότομη αύξηση ταχύτητας στο τέλος του τεστ, ενώ βιολογικοί παράμετροι 9 του ανθρώπινου οργανισμού μπορούν επίσης να συμβάλουν αρνητικά στην εύρεση του Σ.μ. Θα μπορούσε δηλαδή, η καρδιακή συχνότητα να συνεχίζει την γραμμική της αύξηση, μέχρι την εξάντληση του οργανισμού, λόγω έλλειψης αντοχής στην ταχύτητα και αναερόβιας ικανότητας . 13, 16 Η εύρεση επίσης του σημείου μετάπτωσης καθίσταται πολλές φορές δυσχερής μέσα από τις συνεχείς μεταβολές των σημείων μέτρησης. Νεότερες τροποποιήσεις του Conconi 1 συνέβαλαν ως ένα βαθμό στην αντικειμενικότερη αξιολόγηση του σημείου μετάπτωσης, μέσω της υιοθέτησης μαθηματικών παραμέτρων 1 .
Με την παρούσα εργασία και με παράλληλες συγκρίσεις των βασικών παραμέτρων του αυθεντικού και του τροποποιημένου τεστ, ενισχύεται η αξιοπιστία των αποτελεσμάτων του Conconi test μέσω της υιοθέτησης μιας συχνότερης καταγραφής της καρδιακής συχνότητας (Κ.Σ.).
Μεθοδολογία
Σύμφωνα με το πρωτόκολλο του Conconi , τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις: δεν υπήρξε κατανάλωση φαγητού τρεις ώρες πριν τη δοκιμασία, καμία κατανάλωση καφέ και αλκοόλ από το απόγευμα της προηγούμενης και καμία επιβάρυνση δύο μέρες νωρίτερα. Επίσης, οι καιρικές συνθήκες, ο χρόνος διεξαγωγής, η ένδυση και η υπόδηση λήφθηκαν υπόψη για την όσο πιο αντικειμενική μέτρηση. Οι παραπάνω πληροφορίες κατεγράφησαν σε ξεχωριστό για τον καθένα δοκιμαζόμενο πρωτόκολλο καταγραφής. Για τα δύο τεστ ίσχυσε η ίδια προθέρμανση. 1 Η αρχική ταχύτητα ορίστηκε στα 6 χλμ/ώρα 1,7 . Η διεξαγωγή του αυθεντικού τεστ πραγματοποιήθηκε σε διαδρομή 400μ. χωρισμένη σε δύο τμήματα (2Χ200μ), στο τέλος των οποίων δινόταν από τη συνοδεία του ποδηλάτη στον δοκιμαζόμενο η εντολή για επιτάχυνση 0,5 χλμ/ώρα καταγράφοντας παράλληλα την καρδιακή συχνότητα.
Το τροποποιημένο τεστ διεξήχθη στην ίδια διαδρομή, η οποία ήταν χωρισμένη σε τέσσερα τμήματα, με την βοήθεια πυλώνων. Ο ποδηλάτης έδινε εντολή στον δοκιμαζόμενο για επιτάχυνση 0,25 χλμ/ώρα ανά 100μ. ενώ καταγράφονταν συγχρόνως ο χρόνος και η καρδιακή συχνότητα του δοκιμαζόμενου.
Δείγμα
Στην έρευνα πήραν μέρος 14 δοκιμαζόμενοι (άρρενες) ηλικίας 21-30 ετών (μ.ο.= 24,2 ετών). 10 δοκιμαζόμενοι ήταν φοιτητές του τμήματος φυσικής αγωγής και αθλητισμού, 3 καθηγητές φυσικής αγωγής και 1 φοιτητής νομικής (βάρος 78 kg +/- 8,8 kg , ύψος 182 cm +/- 5,3 cm ). Κατά την καταγραφή των δεδομένων τους, όσον άφορα τις ώρες αερόβιας προπόνησης, διαπιστώθηκε ότι, 7 δοκιμαζόμενοι ασκούνταν 0-2 ώρες/εβδομ., τρείς 2-4 ώρες/εβδομ., δύο 6-8 ώρες/εβδομ., ένας δοκιμαζόμενος 8-10 ώρες /εβδομ., και ένας περισσότερο από 10 ώρες/εβδομ., σε αερόβια προπόνηση.
Όργανα μέτρησης:
Χρησιμοποιήθηκε όργανο καταγραφής της καρδιακής συχνότητας ( Polar - Sporttester ) με αυτόματη ρυθμιζόμενη μνήμη. Για την καλύτερη μετάδοση της καρδιακής συχνότητας τοποθετήθηκε στα ηλεκτρόδια ζελέ ( Ultraschal - Gel ). Το όργανο κατέγραφε την καρδιακή συχνότητα των τελευταίων 5 δευτερολέπτων και η λειτουργία σταματήματος του χρόνου ανέγραφε έως και 1/10 sec . H ταχύτητα ελεγχόταν από ένα αγωνιστικό ποδήλατο με ηλεκτρονικό ταχύμετρο της φίρμας Ciclomaster ( CM 309) και κατέγραφε ταχύτητες με ακρίβεια έως και 1/10χλμ/ώρα. Η εντολή αύξησης της ταχύτητας από τον ποδηλάτη και η ταχύτητα με την οποία έτρεχε πραγματικά ο δοκιμαζόμενος υπολογίστηκε για το κάθε επίπεδο επιβάρυνσης (100μ. ή 200μ) χωριστά, από το πηλίκο της απόστασης σε μέτρα και της διάρκειας του επιπέδου σε δευτερόλεπτα, επί τον συντελεστή 3,6 .1
Στατιστική ανάλυση:
Ο καθορισμός του σημείου μετάπτωσης υπολογίστηκε με την χρήση μαθηματικών παραμέτρων 1,11 σύμφωνα με τις οποίες, η παραβολή καρδιακής συχνότητας και απόδοσης καθορίζεται από τα σημεία της αύξησης της καρδιακής συχνότητας (Κ.Σ.) και ταχύτητας (Ταχ.). Για την κάθε μια χωριστά καρδιακή συχνότητα και ταχύτητα στο σημείο μετάπτωσης των δύο τεστ, υπολογίστηκε ο μέσος όρος και η διαφορά τους. Αφού συγκρίθηκαν οι μέσες τιμές των δύο τεστ (με την βοήθεια του Τ-τεστ) καταχωρήθηκε ο συντελεστής συσχέτισης και η σημαντικότητα. Ο καθορισμός της αξιοπιστίας ερευνήθηκε με την Split - Half μέθοδο, 2 το αποτέλεσμα της οποίας εξετάστηκε με Τ-τεστ για εύρεση σημαντικών διαφορών. Για την επεξεργασία των τιμών και τις γραφικές παραστάσεις χρησιμοποιήθηκε το στατιστικό πρόγραμμα SPSS , Version 10.0.
Αποτελέσματα
Η αύξηση των μέσων τιμών της ταχύτητας και στα δυο τεστ ακολούθησε μια σταθερή και ομοιόμορφη κατανομή. Η προκαθορισμένη ταχύτητα του αυθεντικού τεστ (Ταχ. Αυ.), όπως
προαναφέρθηκε, ήταν 0,5 km / h . Οι μετρήσεις των μέσων τιμών αύξησή της σε όλα τα επίπεδα έφτασε τα 0,486 +/-0,016 km / h . Από την άλλη μεριά, η ταχύτητα για το τροποποιημένο τεστ (Ταχ. Τρ.) είχε καθοριστεί στα 0,25 km / h . Οι αντίστοιχες μέσες τιμές της Ταχ. Τρ. παρουσίασαν ελαφρά διαφοροποίηση, αγγίζοντας τα 0,247 +/- 0,007 km / h .
Επίσης διαπιστώθηκε, ότι οι μέσες τιμές της ταχύτητας ( Ταχ. Αυ.=11,68 km / h και Ταχ. Τρ.=11,87) και της καρδιακής συχνότητας (Κ.Σ. Αυ.=176,62 σφυγμ./λεπτ.και Κ.Σ. Τρ.=176,15) στο σημείο μετάπτωσης και για τα δύο τεστ διέφεραν σε πολύ μικρό βαθμό .
Πίνακας 1 . Μέση τιμή ( T -test) της ταχύτητας (Ταχ.) και της καρδιακής συχνότητας (Κ.Σ), του αυθεντικού (Αυ) και του τροποποιημένου (Τρ.) τεστ, όπως επίσης της σημαντικότητας, της τυπικής απόκλισης, και του συντελεστή συσχέτισης στο σημείο μεταπτώσεως (Σ.μ.).
Conconi test
T test
SD
Pearson r
p
Ταχ. Αυ. τεστ
11.68
0,19
0,889
0.498*
Ταχ.Τρ. τεστ
11.87
Κ.Σ. Αυ τεστ
176.62
0,47
0,760
0.843*
K .Σ. Τρ.τεστ
176.15
Ταχ. Αυ= Ταχύτητα αυθεντικού τεστ, Ταχ. Τρ= Ταχύτητα τροποποιημένου τεστ, Κ.Σ. Αυ= Καρδιακή συχνότητα αυθεντικού τεστ, Κ.Σ. Τρ.= Καρδιακή συχνότητα τροποποιημένου τεστ
Η απόκλιση ( SD ) κυμάνθηκε για την ταχύτητα στα 0,19 km/h και για την καρδιακή συχνότητα στους 0,47 σφυγμ/λεπτ. Ο συντελεστής συσχέτισης ( Pearson r ) με τιμές για την ταχύτητα r =0,889 και για την καρδιακή συχνότητα r =0,760, καταδεικνύει την υψηλή συνάφεια των δύο τεστ. Τα επίπεδα σημαντικότητας των δύο τεστ κατέγραψαν τιμές p =0,498 για την ταχύτητα και p =0,843 για την καρδιακή συχνότητα.
Στο αυθεντικό τεστ ανιχνεύθηκαν τα σημεία μετάπτωσης σε 24 από 26 μετρήσεις, ενώ στο τροποποιημένο τεστ ανιχνεύθηκαν τα σημεία μετάπτωσης σε όλες τις μετρήσεις. Χαρακτηριστικό της μεγαλύτερης ακρίβειας του τροποποιημένου τεστ, είναι ο τρόπος με τον οποίο κατανέμονται οι διαδοχικές τιμές της κάθε μέτρησης, σε καθένα από τα δύο τεστ στην γραμμική διαγώνιο των ημιαξόνων ΧΨ. Το παράδειγμα ενός δοκιμαζόμενου το οποίο και αντιπροσωπεύει σχεδόν το σύνολο όλων των μετρήσεων (δοκιμαζόμενος Νο 10), ενισχύει οπτικά την ακρίβεια της νέας μεθόδου.
A 1 T αχ. Απόλυτο λάθος Β1 Κ. Σ. Απόλυτο λάθος
Σχήμα 1 : Γραφική απεικόνιση όλων των διαδοχικών μετρήσεων ενός δοκιμαζόμενου μέχρι το σημείο μεταπτώσεως(Σ.μ). Η τιμές του τροποποιημένου τεστ πάνω στη γραμμική διαγώνιο των ημιαξόνων ΧΨ παρουσιάζονται με μικρότερη διασπορά, έχοντας σαν αποτέλεσμα την κοντινότερη προσέγγιση του Σ.μ.
Στο σχήμα 1 απεικονίζονται τα αποτελέσματα των διαδοχικών μετρήσεων του δοκιμαζόμενου, στο αυθεντικό και το τροποποιημένο τεστ. Η διασπορά των σημείων μέτρησης καρδιακής συχνότητας και ταχύτητας παρουσιάζεται αρκετά πιο ομοιόμορφη και σταθερή. Η μείωση των ακραίων τιμών, όπως αυτές απεικονίζονται στο τροποποιημένο τεστ, προσφέρει ευνοϊκότερες προϋποθέσεις για την προσέγγιση του Σ.μ. Ο κάθετος και ο οριζόντιος άξονας χρησιμεύουν στην οπτικά καλύτερη παρακολούθηση της εξέλιξης των βασικών παραμέτρων, μέχρι το σημείο μετάπτωσης (σημείο στο οποίο τέμνονται). Οι τιμές της ταχύτητας και της καρδιακής συχνότητας στο τροποποιημένο τεστ (Ταχ. Τρ.=15,19 km / h , Κ.Σ. Τρ.=201 σφυγμ/λεπτ.) παρουσιάζονται ελαφρά υψηλότερες σε σχέση με το αυθεντικό τεστ. (Ταχ.αυ.=14,63 km / h , Κ.Σ. Αυ.=198 σφυγμ./λεπτ.). Η ακρίβεια της νέας μεθόδου διαφαίνεται από το γεγονός, ότι η τιμή του σημείου μεταπτώσεως στο τροποποιημένο τεστ (201/15,19) ταυτίζεται σχεδόν, με το σημείο στο οποίο τέμνονται οι άξονες της ταχύτητας και της καρδιακής συχνότητας.
Το παραπάνω φαινόμενο υπογραμμίζεται και στον πίνακα 2 στον οποίο παρατίθενται τα αποτελέσματα υπολογισμού του Σ.μ. για τα δύο τεστ. Έτσι η Δ (διαφορά απόκλισης μεταξύ των μέσων τιμών ζυγών και μονών μετρήσεων) παρουσιάζεται στο αυθεντικό τεστ με τιμή για την ταχύτητα -0,46 km / h , ενώ στο τροποποιημένο 0,06 km/ h . Αντίστοιχα η τιμή για την καρδιακή συχνότητα του αυθεντικού είναι -3,55 σφυγμ./λεπτ., ενώ του τροποποιημένου 0,92 σφυγμ./λεπτ.
Πίνακας 2 . Αποτελέσματα υπολογισμού του Σ.Μ. με την Split - Half μέθοδο για όλες τις μετρήσεις . H στήλη ( Split - half 1 ) παρατίθεται για τις ζυγές και η στήλη ( Split - half 2) για τις μονές προσπάθειες . Επιπλέον παρουσιάζονται οι μέσες τιμές ( T - Test ), η διαφορά απόκλισης (Δ), η σημαντικότητα ( p ),ο συντελεστής συσχέτισης (α), και ο συντελεστής αξιοπιστία s ( Spearman - Brown ).
Conconi test
Reliability (Alpha)
T-test (Split-Half) 1
T-test (Split-Half) 2
Δ
p
Spearman-Brown r
Ταχ. Αυ τεστ
0,904
11,41
11,87
-0,46
0,202
0,825
Ταχ. Τρ. τεστ
0,970
11,91
11,85
0,06
0,771
0,941
Κ.Σ Αυ. τεστ
0,827
172,9
176,2
-3,55
0,264
0,705
Κ.Σ Τρ. τεστ
0,945
176,5
175,3
0,92
0,544
0,895
Ο συντελεστής συσχέτισης ( Spearman - Brown ) στον οποίο αντανακλάται καλύτερα η σχέση των δύο τεστ στο σημείο μετάπτωσης, παρουσιάζεται για το αυθεντικό με τιμές για την ταχύτητα r =0,825 και για την καρδιακή συχνότητα r =0,705. Οι αντίστοιχες τιμές του τροποποιημένου είναι αρκετά υψηλότερες αγγίζοντας r =0,941 για ταχύτητα και r =0,895 για την Κ.Σ.. Η υπεροχή του τροποποιημένου τεστ έναντι του αυθεντικού τεστ διαπιστώνεται από τον δείκτη σημαντικότητας. Η ταχύτητα για το αυθεντικό είναι p =0,202, ενώ του τροποποιημένου είναι p =0,771, αντίστοιχα η καρδιακή συχνότητα είναι p =0,264 για το αυθεντικό και p =0,544 για το τροποποιημένο τεστ. Οι δείκτες εσωτερικής συνοχής ( Cronbach ' s Alpha ) για την ταχύτητα των δύο τεστ (Ταχ. Αυ=0,904 και Ταχ. Τρ.=0,970) χαρακτηρίζονται ως εξαίρετες, ενώ ταυτόχρονα η καρδιακή συχνότητα του αυθεντικού με Κ.Σ. Αυ=0,827 χαρακτηρίζεται ως πολύ καλή και του τροποποιημένου ως εξαίρετη με Κ.Σ. Τρ.=0,945.
Το απόλυτο και σχετικό λάθος του τροποποιημένου τεστ, έχει μειωθεί περίπου κατά το ήμισυ, τόσο για την καρδιακή συχνότητα, όσο και για την ταχύτητα. Έτσι το απόλυτο λάθος του αυθεντικού τεστ για την ταχύτητα ήταν 10,43 km / h , ενώ του τροποποιημένου τεστ ήταν 5,62 km / h . A ντίστοιχα το απόλυτο λάθος για την καρδιακή συχνότητα του αυθεντικού τεστ ήταν 93 σφυγμ/λεπτ. και 44 σφυγμ./λεπτ. για το τροποποιημένο τεστ. Τέλος, το σχετικό λάθος για την καρδιακή συχνότητα των δύο τεστ ήταν 8,32 σφυγμ./λεπτ. για το αυθεντικό και 3,94 για το τροποποιημένο. Οι αντίστοιχες τιμές για την ταχύτητα ήταν 0,96 km / h και 0,47 km / h .
Α2 Ταχ. Σχετικό λάθος Β2 Κ. Σ. Σχετικό λάθος
Σχήμα 2 :Διακρίνεται φανερά η μείωση (περίπου κατά το ήμισυ), του απόλυτου και σχετικού λάθους του τροποποιημένου τεστ, τόσο για την ταχύτητα (Α1,Α2) όσο και για την καρδιακή συχνότητα (Β1,Β2).
Συζήτηση
Όπως διαφαίνεται και από τα αποτελέσματα η συνοδεία του αθλητή μέσω ποδηλάτη, συνέβαλλε σημαντικά στην ομοιόμορφη ανάπτυξη της ταχύτητας του σε όλα τα επίπεδα και των δύο τεστ. Η ομοιόμορφη ανάπτυξη της ταχύτητας αποδεικνύει, ότι το τροποποιημένο τεστ δεν αλλοιώνει το αποτέλεσμα του αυθεντικού τεστ, τουλάχιστον μέχρι την ταχύτητα του Σ.μ. των δοκιμαζόμενων (περίπου 15 χλμ/ώρα). Σε αυτήν την περιοχή κυμαίνονται περίπου και οι περισσότεροι αθλητές ομαδικών αθλημάτων ή άτομα που ασχολούνται με την αερόβια άσκηση. Για αθλητές υψηλού επιπέδου τα συμπεράσματα του τροποποιημένου τεστ οφείλουν να επανεξεταστούν, λόγω της προσδοκώμενης υψηλότερης τιμής του Σ.μ..
Μια σημαντική βελτίωση ήταν η αύξηση του αριθμού των αξιολογήσιμων μετρήσεων. Κατά την αξιολόγηση του τροποποιημένου τεστ ανιχνεύθηκαν τα Σ.μ. σε όλες τις μετρήσεις, ενώ σε δύο μετρήσεις του αυθεντικού τεστ δεν βρέθηκε κανένα Σ.μ.. Ένα από τα αίτια εξήγησης της παραπάνω αξιολόγησης είναι τα διπλάσια σημεία μέτρησης του τροποποιημένου. Το παραπάνω γεγονός οδηγεί στον ακριβέστερο καθορισμό του Σ.μ., μειώνοντας ταυτόχρονα την επιρροή τιμών με λανθασμένη εκτίμηση. Μια σύγκριση με άλλους ερευνητές είναι δυνατή μόνο μέσω του συντελεστή συσχέτισης (άλλα δεδομένα δεν αναφέρονται). Ο Conconi 5 και ο Ballarin 1 αναφέρουν τιμές για την ταχύτητα αντίστοιχα r =0,99 ( n =26) και r =0,997 ( n =75). Ο συντελεστής του αυθεντικού στην παρούσα έρευνα είναι φανερά μικρότερος r =0,825 και του τροποποιημένου r =0,941. T α αποτελέσματα αποδεικνύουν από τη μια την δυνατότητα αναπαραγωγής του Conconi τεστ και από την άλλη την μεγαλύτερη ακρίβεια του τροποποιημένου.
Παράλληλα η μείωση (περίπου κατά το ήμισυ), της τυπικής απόκλισης με την νέα μέθοδο, συμβάλλει στην σταθερότερη παρουσίαση των αποτελεσμάτων. Ο συντελεστής συσχέτισης του τροποποιημένου είναι αντίστοιχα 14% υψηλότερος για την ταχύτητα και 27% για την καρδιακή συχνότητα. Οπτικά αυτό μεταφράζεται, στην πολύ μικρότερη διασπορά των τιμών του τροποποιημένου τεστ (βλέπε σχήμα 1), καθώς και στη μείωση σχεδόν στο μισό του απόλυτου και σχετικού λάθους.
Όλοι οι προαναφερθείς παράμετροι αποδεικνύουν την μεγαλύτερη ακρίβεια του τροποποιημένου τεστ. Αυτή η ποιοτική καλυτέρευση, δεν σταματά μόνο σε στατιστικούς συντελεστές, αλλά μπορεί να έχει και πρακτική εφαρμογή. Έτσι, χωρίς μεγαλύτερο κόπο, μπορεί να οριστεί μια ακριβέστερη και σταθερότερη μέθοδος καθορισμού του Σ.μ. Στο αυθεντικό τεστ μαθητές και άτομα χωρίς καλή φυσική κατάσταση, διένυαν μόνο μερικά επίπεδα, κάνοντας την προσπάθεια εύρεσης του σημείου μετάπτωσης πολύ δύσκολη. Τα διπλάσια σημεία ελέγχου (μετρήσεις ανά 100μ. και όχι ανά 200μ.) συμβάλλουν σημαντικά στη λύση του παραπάνω προβλήματος. Το γεγονός ότι η έρευνα οδηγεί σε ακριβέστερα αποτελέσματα θα μπορούσε να συμβάλει αρκετά θετικά, σε εργασίες που αφορούν την εγκυρότητα του Conconi τεστ. Πολύ ενδιαφέρον θα ήταν μια περαιτέρω έρευνα, εάν και πόσο οι τιμές του τροποποιημένου τεστ συμπίπτουν με το αναερόβιο κατώφλι του γαλακτικού οξέος. Τέλος οι σχετικά μεγάλες ποιοτικές διαφορές της ταχύτητας, μεταξύ των δύο τεστ ( r =0,970 και r =0,904) θέτουν το θέμα του ελέγχου της ταχύτητας, σαν μια αφετηρία επόμενων ερευνών.
BΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Ballarin , E ., Sudhues , U ., Borsetto , C ., Casoni , I ., Grazzi , G ., Guglielmini , C ., Manfredini , F ., Mazzoni , G ., Conconi , F . (1996 ). Reproducibility of the Conconi Test. International journal of sports medicine , 17, 520-524.
2. Bortz, J.,Doring, N. (1995) . Forschungsmethoden und Evaluation . Berlin , Springer.
3. Conconi, F., Ferrari, M., Ziglio, P.G., Droghetti, P., Codeca, L. (1982). Deternination of the anaerobic threshold by a noninvasive field test in runners. Journal of applied physiology , 52, 869-873.
4. Conconi, F., Borsetto, C., Casoni, I. , Ferrari, M., (1988). Nonivasive determination of the anaerobic threshold in cyclists. In Burke, E. & Newsom M. (Eds.), Medical and scientific aspects of cycling (pp.79-91). Champaign , III.:Human kinetics books .
5. Conconi, F., Borsetto, C., Casoni, I. , Grazzi, G., Guglielmini, C., Manfredi, F., Mazzoni G., Patracchini, M., Ballarin, E. (1992). Die methodik des Conconi Tests. Osterreichisches Journal fur Sportmedizin ,22, 35-44.
6. Conconi, F., Grazzi, G., Casoni, I.,Guglielmini, C.,Borsetto, C., Ballarin, E., Mazzoni, G., Patracchini, M., Manfredini, F. (1996). The Conconi Test. International journal of sports medicine , 17, 509-519.
7. Gaisl, G., Hofmann, P. (1989). Allgemeine Richtlinien zur Durchfuhrung des Conconi-Tests. Spectrum der Sportwissenschaften , 2, 101-109.
8. Heck, H., Beckers, K., Lammerschmidt, W., Pruin, E., Hess, G., Hollmann, W. (1989). Bestimmbarkeit, Objektivitat und Validitat der Conconi Schwelle auf dem Fahrradergometer . Deutsche Zeitschrift fur Sportmedizin , 40, 388-402.
9. Heck, H. (1990). Energiestoffwechsel und die medizinische Leistungsdiagnostik (Studienbrief 8). Schorndorf: Hofmann.
10. Herren, D., Charriere, I., Howald, H. (1988) Conconi-Test und anaerobe Schwelle. Leichtathletik, 39, 184-186.
11. Hofmann, P., Leitner, H., Gaisl, G., Neuhold, C. (1988). Computergestutzte Auswertung des modifizierten Conconi-Tests am Fahrradergometer. Leistungssport , 18(3), 26-27.
12. Hottenrott, K. (1992). Der Conconi- Test . Condition, 6, 46-49.
13. Hottenrott, K. (1993) Trainingssteurung im Ausdauersport - Theoretische Grundlagen und empirische Untersuchungen . Ahresburg : Czwalina.
14. Jakob, E., Arratibel, I., Stockhausen, W., Huber, G., Keul, J. (1988). Die Herzfreqyenz als Kenngrosse der Leistungsdiagnostik und Trainingssteuerung. Leistunssport, 18 (5), 23-25.
15. Leger, L., Tokmakidis, S. (1988). Use of the heart rate deflection point to assess the anaerobic threshold. Journal applied physiology , 64, 1758-1759.
16. Lehnertz, K., Martin, D. (1988). Probleme der Schwellenkonzepte bei der Trainingssteurung im Ausdauerbereich. Leistungssport , 18(5), 5-12.
17. Pokan, R., Hofman, P., Duvillard, S. P. von Smekal, G., Hogler, R., Tscan, H., baron, R., Schmid, P., Bachl, N. (1999). The heart rate turn point reliability and methodoligical aspects. Medicine & science in sports & exercise , 31, 903-907.
18. Probst, H. (1988). Conconi-Test . Leichtathletik , 39, 183-184.
19. Probst, H., Comminot , Ch. , Rojas, J. (1989). Conconi - Test auf dem Fahrradergometer. Schweizerische Zeitschrift fur Sportmedizin , 37, 141-147.
20. Probst, H. (1991). Den Conconi-Test interpretieren . Der Laufer , 8 (3), 52-53.
21. Ribeiro J. P., Fielding R. A., Hughes V., Black A., Bochese M. A., Knuttgen H. G. (1985). Heart rate break point may coincide with the anaerobic and not the aerobic threshold. International Journal of sports medicine , 6, 220-224.
22. Tiberi, M., Bolhe, E., Zimmermann, E., Heck, H., Hollmann, W. (1989). Vergleichende Untersuchung zwischen Conconi- und Laktatschwellen auf dem Laufband bei Mittelstreckenlaufern. Deutsche Zeitschrift fur Sportmedizin , 40, 410-412.
23. Uhrhausen, A., Coen, B., Kindermann, W. (1988). Kritische Anmerkungen zum Conconi-Test in der Trainingssteurung bei Leistungssportlern . Leichtathletik , 39, 605-607.
24. Urhausen, A., Coen, B., Kindermann W. (1989). Bestimmung der anaeroben Schwelle mittels Conconi- Test und Laktatmessungen . Deutsche Zeitschrift fur Sportmedizin , 40, (Sonderheft), 402-410.

 


Developed by Okeanis